- νεόζυξ
- νεό-ζυξ, υγος, neu vermählt
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
νεόζυξ — νεόζυξ, ὁ και ἡ (Α) νεοζυγής*. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * + ζυξ (< ζεύγνυμι), πρβλ. μονό ζυξ] … Dictionary of Greek
νεόζυγα — νέοζυξ newly married masc acc sg νεόζυγος newly yoked neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νεόζυγες — νέοζυξ newly married masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νεόζυγι — νέοζυξ newly married masc dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νε(ο)- — και νιο [ΑΜ νε(ο) ] α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθ. νέος και στον νεοελλ. τ. νιος. Δηλώνει τις σημασίες: α) τού πρόσφατου, αυτού που έχει συντελεστεί προ ολίγου (πρβλ. νεο σφαγής, νιό βγαλτος,… … Dictionary of Greek